Μόλις κυκλοφόρησε!!  

       …ήταν το κίνητρο η τέχνη…

Ένα βιβλίο με έντονα τα στοιχεία της αστυνομικής λογοτεχνίας, αλλά όχι μόνο μ’ αυτά. Ένα κράμα ψυχολογικού θρίλερ και συναισθηματικής ανάλυσης των χαρακτήρων, μια προσπάθεια ενδοσκόπησης στις ακραίες επιλογές του μυαλού και των αποτελεσμάτων αυτών. Μια παράλογη ιστορία, τόσο παράλογη, που καταντά να μοιάζει σαν αληθινή.

Λένε ότι για να γράψεις ένα βιβλίο, πρέπει να έχεις διαβάσει προηγουμένως οχτώ βιβλία κατά μέσο όρο. Έτσι θα μπορέσεις να ξεκλειδώσεις τις δικές σου πόρτες και να φανερωθεί το περιεχόμενο που έχεις στο μυαλό σου. Να το αποτυπώσεις σε λέξεις, προτάσεις, κεφάλαια και να συμπληρωθεί ένας ικανός αριθμός σελίδων, ώστε όσα έχεις γράψει στις σελίδες να ονομαστούν βιβλίο. 

Ίσως είναι αυθαίρετος ο αριθμός των βιβλίων που λέγεται ότι απαιτείται να διαβάσεις για να γράψεις το δικό σου. Το σίγουρο είναι πως ένας καλός συγγραφέας είναι πρωτίστως καλύτερος αναγνώστης.

Αναντίρρητα, η συγγραφή ενός βιβλίου είναι πάνω απ’ όλα ένας διαχωρισμός από προσλαμβάνουσες που άλλες έρχονται μέσα από εμπειρικά και βιωματικά γεγονότα και άλλες από διάφορα αναγνώσματα που έχουν την ορμή να επηρεάζουν τη διαδρομή του μυαλού, δίνοντας την κατάλληλη επιτάχυνση, ώστε όλα όσα υπάρχουν μέσα του να αποτυπωθούν στο χαρτί. Άλλοτε είναι αργή η διαδικασία. Για παράδειγμα η ολοκλήρωση του πρώτου μου βιβλίου: «Μόνο τα θηλυκά κουνούπια εκδικούνται», η πρώτη σοβαρή προσπάθεια να γράψω κάτι μεγάλο σε έκταση, μου πήρε σχεδόν, πάνω από δύο χρόνια. Άλλες φορές, με πιο συστηματική εργασία τα πράγματα συντομεύουν, όπως έγινε με το «Ένας κόνδορας σε σπιρτόκουτο», που το ξεκίνησα στις αρχές του καλοκαιριού και μέχρι τα μέσα του Σεπτέμβρη το είχα ολοκληρώσει.

Στο θεατρικό μου το «Κυλώνειο Άγος», εκεί που ο θεατρικός λόγος είναι πολύ διαφορετικός από τη ροή ενός μυθιστορήματος, ο χρόνος μελέτης της συγκεκριμένης περιόδου, όπου αναφέρεται, ήταν πολύ περισσότερος από την συγγραφή του. Εδώ ναι, πέρασα κατά πολύ το μέσο όρο των οχτώ βιβλίων, που ίσως αυθαίρετα κάποιος έθεσε ως το όριο.

Πάνω απ’ όλα όμως έχει να κάνει η διάθεση του συγγραφέα να προσφέρει στο αναγνωστικό κοινό ένα καλό βιβλίο. Τα μέσα που χρησιμοποιεί για να το πετύχει δεν έχουνε και τόση σημασία. Όταν βάζει την τελευταία του τελεία, πρέπει να νιώθει ότι, από εκείνη τη στιγμή που θα το αφήσει από τα χέρια του και θα το παραδώσει στον αναγνώστη, του δίνει πολλούς και καλούς λόγους να ταξιδέψει και να ανακαλύψει, όχι τον κόσμο του συγγραφέα, αλλά κόσμους που υπήρχαν μέσα του και το βιβλίο κατάφερε να τους ζωντανέψει.

                                                                                                                                                                               Άκης Παρισιάδης