Το καλοκαίρι έχει κίτρινο χρώμα. Είναι όπως πολλές λέξεις, που μόνο στην προφορά τους συνδυάζονται με διάφορα άλλα.

Και δεν είναι σημαντικό και σίγουρο πως έχουν κάποια άμεση σχέση μεταξύ τους. Ωστόσο μέσα στην αντικειμενική σημασία μιας λέξης, υπάρχει το περιθώριο να αναπτυχθούν υποκειμενικά αισθητικά και άλλες μαζί με αυτήν. Το καλοκαίρι όμως έχει κίτρινο χρώμα. Όπως και το όνομα του Βαν Γκογκ έχει κίτρινο χρώμα.
Δεν είναι μονάχα οι πίνακες του που δημιουργούν αυτήν την αποτύπωση. Είναι και ο θάνατός του, όπως ο ίδιος τον σχεδίασε και τον εκτέλεσε. Καλοκαίρι στη Auvers-sur-Oise. Καλοκαίρι σε κάποιον αγρό της Auvers-sur-Oise. Τι πιο προσφιλές για έναν Ολλανδό καλλιτέχνη να πεθάνει στην ακμή του θέρους μέσα σε διάσπαρτες εκτάσεις με άνθη την ώρα που δειλά σκορπούσε το φως ο ακίνητος παραγωγός του. Που ακόμα κι όταν ζωγράφιζε τη νύχτα ήταν σα να σχεδίαζε απλά την απουσία του ήλιου. Και τι είναι το σκοτάδι, αν όχι η απουσία του φωτός; Και τι ήταν για το Βίνσεντ η κανονικότητα της ζωής, αν όχι η απουσία της τέχνης στην ίδια του τη ζωή;

Με το σακίδιο στην πλάτη μου και έναν χάρτη όπου απουσίαζαν οι γραμμές που όριζαν τόπους, αλλά μόνο το χρόνο, απαλλαγμένος από απτές θεωρίες του τότε και του μετά βρέθηκα να κάθομαι σε μια μικρή ταβέρνα στο Auvers-sur-Oise. Διακοσμημένη με την παρακμή του Ναπολέοντα του Α΄, θυρεοί και στέμματα μιας σκορπισμένης από φιλοδοξίες αυτοκρατορία, η ταβέρνα είχε την οσμή του καμένου ρούχου. Ήταν η μυρωδιά της σφαίρας που τρυπώντας τα πλευρά του ζωγράφου, έκαψε και λίγο το πουκάμισό του.
“Τι να σας φέρω να φάτε;” ρώτησε ο ιδιοκτήτης της ταβέρνας, μασώντας τα λόγια του πίσω από το παχύ του μουστάκι.
“Χρώματα. Μία παλέτα χρώματα, παρακαλώ,” του ζήτησα ευγενικά.
Κανέναν μορφασμό απορίας δε διέκρινα. Υπέθεσα ότι δε θα ήμουν ο πρώτος που θα επιθυμούσε το ίδιο.
“Την ημέρα που πέθανε γιορτάζουμε εδώ τα γενέθλιά του”, μου είπε ενώ άφηνε την παλέτα με τα χρώματα στο τραπέζι. “Σκέψου”, συνέχισε “να περιμένεις μια ζωή ανώνυμος και να αποκτάς το όνομά σου, όταν για σένα θα είναι άχρηστο πια”.
Έστριψε τις άκρες από το μουστάκι του, χαμογέλασε και άφησε να φανούν μερικά δόντια που έλειπαν.
Έβαλα το δάχτυλό μου μέσα στην παλέτα. Το στριφογύριζα και ένιωθα τα χρώματα νωπά. Κυριαρχούσε το κίτρινο φυσικά, αλλά δεν ήταν το κίτρινο του καλοκαιριού που είχα στο μυαλό μου. Ήταν το κίτρινο του Βαν Γκογκ. Δε χρειαζόμουν τους θύλακες της γεύσης για να κατανοήσω. Ήταν λίγες οι πέντε γεύσεις και ελάχιστες οι πέντε αισθήσεις για να με κάνουν να νιώσω.
Τα καλοκαίρια μου δεν ήταν πια τα ίδια, γιατί το καλοκαίρι στο Auvers-sur-Oise είναι απλά διαφορετικό. Ούτε η όψη που έχω στα χρώματα πια είναι όπως ήταν. Δεν αρκεί να κοιτάς έναν πίνακα, πρέπει και να τον γεύεσαι.

Η προσωπογραφία του Βαν Γκογκ τοποθετημένη παντού, ζωγραφισμένη από τον ίδιο. Πόσες προσπάθειες έκανε να τη δημιουργήσει, πόσα διαφορετικά σχέδια; Για εμάς ο Βαν Γκογκ είχε το πρόσωπο που μας άφησε να βλέπουμε. Για τον ίδιο ήταν ένας άγνωστος.
Και πόσο τραγικότητα έχει πια ο καλλιτέχνης; Αν ήταν η ζωή του όπως την ήθελε να είναι, ο Βίνσεντ απλά θα ήταν ένας Ολλανδός εκείνη της εποχής, όπως όλοι οι Ολλανδοί που έζησαν στα χρόνια του. Όμως η ζωή του δεν ήταν όπως την ήθελε, γι’ αυτό και ζωγράφιζε: για να ξεσκίσει τα περιθώρια που απλώθηκαν γύρω του. Έγινε όμως ο Βαν Γκογκ και πάλι χωρίς τη θέλησή του, έστω κι αν ζει τώρα στα περιθώρια του θαυμασμού.
Έστω κι αν η ζωή δεν τον διάλεξε να είναι ευτυχής, έστω κι αν τον διάλεξε ο θάνατος για να τον κάνει αθάνατο.

Άκης Παρισιάδης

Αφήστε μια απάντηση

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *