Νοέμβριος 2014

Ο Άκης Παρισιάδης παρουσιάζεται για πρώτη φορά στα ελληνικά γράμματα, με το αστυνομικό μυθιστόρημα: «Μόνο τα θηλυκά κουνούπια εκδικούνται». Παρακάτω παρουσιάζεται η πρώτη του συνέντευξη, αλλά και η πρώτη για το ιστολόγιό μας. Εύχομαι να του δώσουμε γούρι για τη συνέχεια, όσο μας δίνει και ο ίδιος για την προσπάθειά μας.

«Το αστυνομικό μυθιστόρημα σου δίνει την ελευθερία να διυλίσεις τον κακό δαίμονα των ηρώων, να τον απελευθερώσεις και είτε θα καταφέρεις να τον τιθασεύεις είτε θα νικήσει αυτός, και ο ήρωας σου πια, θα πράττει κάτω από τη δική του επήρεια».

Ν.Β: «Μόνο τα θηλυκά κουνούπια εκδικούνται». Το πρώτο που κινεί το ενδιαφέρον είναι ο τίτλος. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα και τι σχέση έχει με την υπόθεση;

Α.Π: Ως γνωστόν τα κουνούπια που μας ταλαιπωρούν το καλοκαίρι με τα τσιμπήματά τους είναι τα θηλυκά. Η ανάγκη τους για αίμα προκύπτει από το γεγονός, ότι κυοφορούν τα αυγά τους και αυτά για να αναπτυχθούν χρειάζονται τις πρωτεΐνες που έχει το αίμα. Η παρατήρηση αυτή, η φροντίδα δηλαδή που δείχνουν τα θηλυκά κουνούπια, από ένστικτο φυσικά, για την επιβίωση των μικρών τους ήταν η αφορμή για τον τίτλο. Βέβαια ο τίτλος δηλώνει την υπερβολή σε αυτή τη φροντίδα και την κακώς νοούμενη αφοσίωση και αγάπη για ό,τι κοντινό μας περιβάλλει.
Στο δεύτερο σκέλος της ερώτησης δε μπορώ να απαντήσω με ευκρίνεια, καθώς αν το κάνω θα μαρτυρήσω αρκετά γεγονότα από την υπόθεση, που νομίζω πως σε ένα αστυνομικό μυθιστόρημα η αγωνία και η ανατροπή είναι αυτό που το κάνουν συναρπαστικό. Αν όμως μπορώ να δώσω μια κατεύθυνση, αλλά να αφήσω και το απαιτούμενο μυστήριο, οι λέξεις κλειδιά είναι το «θηλυκό» και «εκδικούνται».

Ν.Β: Ποια είναι λοιπόν, η υπόθεση του βιβλίου; Ο χρόνος, ο χώρος, ο τόπος, τα πρόσωπα;

Α.Π: Ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου είναι ένας δημοσιογράφος. Ο Ιάσων Ανθύλλης. Είναι ένας νέος άνθρωπος, που όμως είναι φύσει συντηρητικός, αγαπάει τη συνήθεια και την τάξη. Στο ίδιο γραφείο ενυπάρχει μαζί του και η Μαρία Κυριακοπούλου, που είναι ακριβώς το αντίθετο από αυτόν. Οι συγκρούσεις τους είναι συχνές και σφοδρές και συνήθως εκείνος που σβήνει τις φλόγες των διενέξεών τους είναι ο καλύτερος φίλος του Ιάσονα, δημοσιογράφος και αυτός, Δημήτρης Χαριάδης.
Τα πράγματα θα φανούν ότι δυσκολεύουν ακόμα περισσότερο, όταν ο διευθυντής της εφημερίδας, θα αποφασίσει να δώσει τη θέση του αρχισυντάκτη στη Μαρία. Ωστόσο ο Ιάσων θα αποδεχτεί το γεγονός και θα κρύψει το τσεκούρι του πολέμου, για να διατηρηθεί η καλή λειτουργία της εφημερίδας.
Κάπως έτσι ξεκινά το βιβλίο και η ιστορία τοποθετείται στην Αθήνα του 1952, αμέσως μετά την έναρξη του προεκλογικού αγώνα για τις εκλογές του Νοεμβρίου. Στη συνέχεια ένας γνωστός πολιτικός της εποχής και διατελέσας υπουργός πολλές φορές, από το κόμμα του Παπάγου, θα διοργανώσει ένα δείπνο προς τους φίλους του, ώστε να του ευχηθούν για τις προσεχείς εκλογές, όπου θα λάβει μέρος. Παρόν, θα είναι και ο δημοσιογράφος Ιάσων Ανθύλλης. Σε αυτό το δείπνο λοιπόν, θα διαδραματιστούν αρκετά και η οξυδέρκεια, η παρατηρητικότητα και η κριτική σκέψη του Ανθύλλη θα βοηθήσουν αργότερα την αστυνομία στις έρευνές της, όταν θα αποκαλυφθεί πως κάποιος επιχείρησε να δολοφονήσει το γνωστό πολιτικό, μέσα στο ίδιο του το σπίτι.
Στην ιστορία θα εμπλακούν και άνθρωποι που ανήκαν στο παράνομο, τότε, Κομμουνιστικό Κόμμα και με μια σειρά άλλων γεγονότων, που αρχικά φαίνονται άσχετα μεταξύ τους, αλλά τελικά ενώνονται με κάποιον τρόπο, για να αποκαλύψουν την αλήθεια. Τα κομμάτια του παζλ τα τοποθετεί σε άψογο τρόπο, ο κεντρικός ήρωας του βιβλίου, Ιάσων Ανθύλλης.

«Η ανάγκη για έκφραση, ειδικά από έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να διοχετεύσει την έμπνευση του σε ένα κείμενο, δε λογαριάζεται με την έννοια της εμπορικότητας».

Ν.Β: Πώς αποφασίζει ένας πρωτοεμφανιζόμενος συγγραφέας, να δώσει στο κοινό ένα αστυνομικό μυθιστόρημα, είδος που δεν έχει τη μεγάλη εμπορικότητα, όπως άλλα θέματα;

Α.Π: Η ερώτηση σου είναι πολύ δύσκολη. Θα είχε μεγαλύτερο ενδιαφέρον η απάντηση των εκδοτών, που αποφασίζουν και επενδύουν τα λεφτά τους σε αυτό το είδος. Αν μιλάμε για αριθμούς πωλήσεων ανά τον κόσμο στα αστυνομικά βιβλία δεν τους έχω πρόχειρους. Θα σου πω όμως πως το αντιλαμβάνομαι από τη θέση του συγγραφέα. Η ανάγκη για έκφραση, ειδικά από έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να διοχετεύσει την έμπνευση του σε ένα κείμενο, δε λογαριάζεται με την έννοια της εμπορικότητας.

Ν.Β: Τότε θα σου θέσω την ερώτηση πιο προσωπικά. Τι ήταν εκείνο που ώθησε εσένα να εκφραστείς με ένα αστυνομικό μυθιστόρημα;

Α.Π: Με συνεπαίρνει πολύ να μελετώ τη σκοτεινή πλευρά του ανθρώπου. Όλοι νομίζω, όσο καλοί κι αν φαινόμαστε, παλεύουμε αρκετά συχνά με τη σκιές του σκοτεινού εαυτού μας. Φυσικά δεν πιστεύω ότι όλοι είμαστε εν δυνάμει δολοφόνοι και το κακό που μας περιβάλλει δεν εκφράζεται πάντα με έναν φόνο. Το αστυνομικό μυθιστόρημα σου δίνει την ελευθερία να διυλίσεις τον κακό δαίμονα των ηρώων, να τον απελευθερώσεις και είτε θα καταφέρεις να τον τιθασεύεις είτε θα νικήσει αυτός, και ο ήρωας σου πια, θα πράττει κάτω από τη δική του επήρεια.

Ν.Β: Σε ποιους πιστεύεις ότι απευθύνεται το αστυνομικό μυθιστόρημα;

Α.Π: Στον καθένα. Ο φόνος, δυστυχώς, υπάρχει παντού και συντελείται καθημερινά, από τότε που υφίσταται ο άνθρωπος. Αρά από αυτή την έννοια έχει και μια κοινωνική προέκταση. Από την άλλη το αστυνομικό μυθιστόρημα αναλύει χαρακτήρες μέσω της ψυχολογίας. Να μια άλλη προέκταση που μπορεί να βρει κάποιος σε ένα τέτοιο βιβλίο. Θα διαφωνήσω με το Raymond Chandler που υποστηρίζει πως μια murden novel, όπως ονομάζει τις αστυνομικές ιστορίες, αφορά και λύνει μόνο τα δικά του προβλήματα. Βέβαια, όλα εξαρτούνται από τον ίδιο το δημιουργό, πως με την τεχνική της γραφής του θα καταφέρει να δώσει στο βιβλίο του την αξία, να μην ανήκει μόνο στον εαυτό του. Το πρόβλημα αυτό όμως υπάρχει σε όλα τα είδη.

Ν.Β: Πότε αναμένεται η έκδοσή του;

Α.Π: Σε λίγες ημέρες θα υπάρχει σε όλες τις προθήκες των βιβλιοπωλείων. «Μόνο τα θηλυκά κουνούπια εκδικούνται» λοιπόν, από τις εκδόσεις Χάρτινη Πόλη.